High fidelity για περιβαλλοντολόγους: Πέντε ταινίες και ένα μάθημα για όλους.

αναρτήθηκε στις 14 Μαΐ 2010, 1:17 π.μ. από το χρήστη Γραμματεία ΕΠΠΕ   [ ενημερώθηκε 14 Μαΐ 2010, 1:21 π.μ. ]

Η ίδρυση του τμήματος Περιβάλλοντος στα μέσα της δεκαετίας του 1980 υπήρξε αναμφισβήτητα μια καινοτομία για την εποχή.

 

Δεν είναι υπερβολικό να πει κανείς ότι οι πρώτες φουρνιές απόφοιτων, μπόρεσαν να διδάξουν περιβάλλον σε φορείς υπηρεσίες και συνεργάτες.  Την εποχή της βιντεοταινίας και του κασετοφώνου, του 486 και του telnet, η ενασχόληση με την περιβαλλοντική επιστήμη και το περιβάλλον ήταν κάτι εξωτικό, με μικρή ή ελλείπουσα δυνατότητα ερμηνείας από την διοίκηση και τον τεχνικό κόσμο. Οι πρώτοι περιβαλλοντολόγοι σε πολλές περιπτώσεις «αγκαλιάστηκαν» από συνεργάτες και υπηρεσίες που καταλάβαιναν την προστιθέμενη αξία των σπουδών τους.  Σε άλλες περιπτώσεις πολεμήθηκαν θεωρούμενοι ως απειλή προς συντεχνιακά συμφέροντα και μιας δεδομένης κατάστασης που χαρακτηριζόταν από την έλλειψη γνώσης.  Μπόρεσαν ωστόσο να κρατηθούν, να αναγνωριστούν και να πάρουν ένα έστω και ένα μικρό κάθισμα  στην ελληνική επιστημονική κοινότητα.

 

Στις αρχές του 21ου αιώνα, η επαγγελματική και ακαδημαϊκή αποκατάσταση των περιβαλλοντολόγων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα ικανοποιητική, όπως δείχνει και η σχετική μελέτη που εκπονήθηκε από το Τμήμα Περιβάλλοντος το 2003.  Μαζικές προσλήψεις  πτυχιούχων περιβαλλοντολόγων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή σε άλλους φορείς όπως η ΜΟΔ Α.Ε., απορρόφηση από το Πανεπιστήμιο από την μία μεριά .  Ανάδειξη στο ελεύθερο επάγγελμα από την άλλη. Αρκετοί συνάδελφοι είτε ως συνεργαζόμενοι με γραφεία μελετών, είτε με ατομικά γραφεία ή επιχειρήσεις, αρχίζουν να κτίζουν αξιοπρόσεκτες επαγγελματικές καριέρες ή έστω να καταφέρνουν να σταθούν στην περιοχή τους.  Ταυτόχρονα οι περιβαλλοντολόγοι γίνονται δεκτοί με σχετική ευκολία και ολοκληρώνουν επιτυχώς μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών σε ποικίλα αντικείμενα και φαίνεται ότι σταδιακά εδραιώνουν το όνομα και την φήμη τους.  Ωστόσο, από ότι φαίνεται κάπου εκεί η «σούπα» αρχίζει να χαλάει…

 

Το τι έφταιξε για αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να απαντηθεί τεκμηριωμένα και συνολικά. Υπάρχουν όμως μερικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να διερευνηθούν για το ρόλο τους στην αλλαγή αυτή.  Κάποια οφείλονται σε εξωτερικούς παράγοντες, κάποια άλλα στην έλλειψη δράσης από τον καθένα προσωπικά και από την έλλειψη συλλογικής δράσης.

 

Α. Περσέπολις

Το να είσαι «μικρός» και να περνάς απαρατήρητος είναι γενικώς καλό, ωστόσο κάποια στιγμή πρέπει να μεγαλώσεις, να γίνεις αναγνωρίσιμος και αυτό μπορεί να σε βάλει σε μπελάδες.  Με αυτό τον τρόπο ο περιβαλλοντολόγος άρχισε σταδιακά να ξυπνάει αυτόματα αντανακλαστικά «παλαιών και κατεστημένων» ειδικοτήτων, που σε άλλες περιπτώσεις είτε λόγω δικής τους αδυναμίας να ανταγωνιστούν επί ίσης όροις το γνωστικό επίπεδο του περιβαλλοντολόγου, είτε βλέποντας ότι πλέον απειλείται ένα σημαντικό μερίδιο αγορών που κατείχαν προνομιακά, άρχισαν μια επιθετική πολιτική.  Η εκπαίδευση είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για αυτό. Στο σημείο αυτό φάνηκε ότι οι περιβαλλοντολόγοι δεν είχαν τις απαραίτητες άμυνες και τους απαραίτητους ελιγμούς.  Λίγοι και νέοι, άπειροι και χωρίς συνοχή, χωρίς διασυνδέσεις και βοήθεια σε κρίσιμες περιόδους δεν μπόρεσαν να ασκήσουν στοχευμένη και συγκροτημένη δράση για την διασφάλιση και την διεκδίκηση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων. Τα αποτελέσματα ως σήμερα μετρούνται με «συνεχείς» υποχωρήσεις στην άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων μας.  Απώλεια (;) της ιδιότητας του μελετητή Χωροταξικών Μελετών, απουσία από τον χώρο της «τυπικής» εκπαίδευσης, άνοιγμα του Π.Ε. Περιβάλλοντος, δικαιώματα υπογραφής (και απαιτήσεις συνυπογραφής) περιβαλλοντικών μελετών σε άλλους κλάδους κ.α..

 

Β. Goodbye Lenin

Η πρωτοπορία είναι καλή, άλλα παροδική.  Ο συλλογικός αγώνας για επαγγελματική καταξίωση είναι δρόμος αντοχής και όχι σπριντ. Επίσης δεν θέλει μόνο έναν καλό αθλητή, άλλα και έναν συνεπή προπονητή.

 

Η δημιουργία νέων τμημάτων σχετικών με την περιβαλλοντική επιστήμη (μηχανικών ή μη), άλλα και ο αναπροσανατολισμός υφιστάμενων τμημάτων προς τα «περιβαλλοντικά», αντί να θέσει ένα πλαίσιο ανταγωνισμού στον οποίο το τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου θα άρχιζε με προβάδισμα αρκετών μέτρων, το έθεσε εξ αρχής πίσω.  Καθρέφτης της ολοένα μειωμένης ανταγωνιστικότητας το χρηματιστήριο των βάσεων εισαγωγής, οι οποίες παρά το ότι (κατά την προσωπική μου άποψη) ουδέποτε αποτελούσαν αξιόπιστο δείκτη των ατομικών ικανοτήτων, της ευφυΐας, της γνώσης, του πνεύματος ή της εργατικότητας, παρουσιάζουν συνεχή πτώση.  Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 όταν το τμήμα είχε παρόμοιου μεγέθους ή υψηλότερες βάσεις από τμήματα Μηχανικών του ΑΠΘ, ή των περισσοτέρων τμημάτων Γεωλογίας των Α.Ε.Ι., ως σήμερα που προσεγγίζει την βάση του 10, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Η απόσταση υποδηλώνει ότι όλο και λιγότεροι διεκδικούν την εισαγωγή τους στο τμήμα, προφανώς γιατί δεν το βρίσκουν ενδιαφέρον ή ικανοποιητικό.  Παρά το ότι η συμπλήρωση του μηχανογραφικού και η εισαγωγή σε ένα τμήμα ήταν (και νομίζω ότι ακόμα είναι) ένα τζόκκερ, αναρωτιέμαι αν ακόμα και αυτοί (οι λίγοι) που θέλαμε εξ αρχής να σπουδάσουμε Περιβάλλον όταν ήμασταν στο Λύκειο, αν σήμερα το Πανεπιστήμιο Αιγαίου θα αποτελούσε πρώτη επιλογή μας.

 

Κύριος λόγος για την μείωση της ελκυστικότητας του τμήματος θεωρώ ότι απετέλεσε η εσωστρέφεια του. Απομονωμένο στον χώρο του Αιγαίου, διακρίθηκε στην έρευνα, επιδίωξε και κέρδισε την δεσποτική του θέση στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου (πρώτο σε πρυτάνεις), άλλα ουδέποτε διεκδίκησε σθεναρά τον ρόλο και την θέση του στο «νέο» χάρτη των ελληνικών «Περιβαλλοντικών» τμημάτων.  Την στιγμή λοιπόν που δημιουργόντουσαν τα «παραπλήσια» τμήματα πενταετών σπουδών (μηχανικών και μη, δεν εντοπίζω εκεί το πρόβλημα), και ενώ το ίδιο το τμήμα διέθετε ένα πρόγραμμα σπουδών ικανό να καλύψει την πενταετία (115 περίπου μαθήματα), δεν προχώρησε σε ισχυρές διαρθρωτικές κινήσεις που θα του εξασφάλιζε τον τίτλο του «πρωτότοκου».  Δεν κατάφερε δηλαδή είτε γιατί δεν είχε την στρατηγική, είτε πολύ περισσότερο γιατί δεν είχε τις δυνάμεις, να χτίσει παραπάνω από αυτό που είχε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, την στιγμή που οι «γείτονες» του, ορθώνανε παραπάνω ορόφους στα οικοδομήματα τους.

 

Παράλληλα, μέλη ΔΕΠ και απόφοιτοι άρχισαν άσκοπες και ανούσιες συζητήσεις περί μετατροπής του τμήματος σε μηχανικών ή μη, περί στροφής στην οικολογία, την μηχανική ή την εκπαίδευση, απεμπολώντας (ή τουλάχιστον μη επενδύοντας) στο κύριο προτέρημα του τμήματος την διεπιστημονικότητα και την διαφορετικότητα.

 

Γ. Καλώς το, το Δολάριο.

Η (απούσα) εθνική πολιτική για την παιδία συνέβαλλε και αυτή στην αδυναμία ενίσχυσης του Τμήματος Περιβάλλοντος. Από την δεκαετία το 1990 και μετά η πολιτική για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αντί να προσανατολιστεί στην σύνδεση της με την παραγωγική αναδιάρθρωση του τόπου, συνδέθηκε με «αντι-αναπτυξιακά» μοντέλα περιφερειακής ανάπτυξης.  Ο ρόλος των Α.Ε.Ι. αντί να προσανατολιστεί προς την αριστεία, την τεχνολογική και επιστημονική ανάπτυξη, την προαγωγή του πνεύματος και της καινοτομίας, προσανατολίστηκε προς την ενίσχυση του εισοδήματος της επαρχίας μέσω κατασκευής και ενοικίασης κατοικιών και αύξησης του τζίρου της τοπικής αγοράς παροχής υπηρεσιών αναψυχής και εστίασης. Η χωρική διασπορά της γνώσης με την δημιουργία ΑΕΙ στην περιφέρεια από μια ορθή στρατηγική για την αποκέντρωση και την περιφερειακή σύγκληση, μεταβλήθηκε σε ένα εργαλείο συνδιαλλαγής μεταξύ πολιτικών και τοπικής κοινωνίας με στόχο μια αντιπαραγωγική αναδιανομή πόρων από το κέντρο προς την περιφέρεια του ελληνικού οικονομικού χώρου.  Το άνοιγμα πολλών και μεγάλων σε τμήματα και αριθμό φοιτητών περιφερειακών πανεπιστημίων με ευφάνταστους ομολογουμένως τίτλους σπουδών, χωρίς όμως ουσιαστική σύνδεση με την αγορά εργασίας όχι μόνο εξασθένησε την δυναμική τους, άλλα προσανατόλισε και τις τοπικές κοινωνίες σε αναδιοργάνωση των τοπικών παραγωγικών συστημάτων προς την χαμηλής προστιθέμενης αξίας παροχή υπηρεσιών προς φοιτητές – καταναλωτές.

 

Και αν ορθώς, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι η εκπαίδευση δεν πρέπει να έχει ως αποκλειστικό σκοπό της την επαγγελματική αποκατάσταση, επίσης ορθώς οφείλει να είναι τίμια και σεμνή, να μην αποτελεί προσωρινό κάλυμμα της ανεργίας και κυρίως να μην παρασύρει τον νέο πολίτη σε ένα τέλμα, στερώντας και αυτόν και την κοινωνία από ίσως τα πλέον παραγωγικά χρόνια του ανθρώπινου κύκλου ζωής.

 

Μερίδιο ευθύνης στην πολιτική αυτή έχει και ο ακαδημαϊκός κόσμος, ο οποίος δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να αναπτύξει αντιστάσεις προς την πολιτεία, συνυπογράφοντας τελικά την έλλειψη στρατηγικού προγραμματισμού που διαχρονικά την διέπει.  Με τον τρόπο αυτό στο τμήμα περιβάλλοντος ο αριθμός των αποφοίτων αυξήθηκε σημαντικά από 60 σε 100 την στιγμή που ιδρύθηκαν δύο τμήματα Μηχανικών Περιβάλλοντος, ένα διαχειριστών περιβάλλοντος και απροσδιόριστος αριθμός ΠΣΕ. Μόνο στην Μυτιλήνη, ακόμα ένα νέο τμήμα προστέθηκε στην σχολή και ένα άλλο μπήκε υπό την προστασία της, αδυνατώντας και αυτό να διεκδικήσει για τους αποφοίτους του τον διακριτό τους ρόλο στην ελληνική αγορά εργασίας (Γεωγράφοι - Χαρακτηριστικό είναι ότι οι Γεωγράφοι που παγκοσμίως θεωρούνται η «μητέρα» επιστήμη της χωροταξίας – οικονομικής γεωγραφίας, έχουν αποκλειστεί εξ αρχής από την εξάσκηση του επαγγέλματος του χωροτάκτη στην Ελλάδα.  Εν τέλει και παρόλο που «τυπικά» ανήκουν σε άλλη σχολή του Π.Α. το μοναδικό επαγγελματικό τους δικαίωμα περιορίζεται στις Περιβαλλοντικές Μελέτες). Το 2009 λοιπόν συνολικά Περιβαλλοντολόγοι, Διαχειριστές Περιβάλλοντος, Γεωγράφοι, Επιστήμονες της Θάλασσας, Μηχανικοί περιβάλλοντος ήταν 505, χωρίς να προστεθούν ειδικότητες όπως οι Χημικοί μηχανικοί, οι βιολόγοι, οι Γεωλόγοι κ.α. με de facto αναγνωρισμένα από την πολιτεία επαγγελματικά δικαιώματα στο περιβάλλον. Το αν όλοι αυτοί είναι απαραίτητοι στην ελληνική κοινωνία είναι φυσικά κάτι το οποίο ουδέποτε το ελληνικό κράτος θεώρησε απαραίτητο να διερευνήσει.

 

Δ. Ποτέ Μαζί

Το τμήμα περιβάλλοντος εκ των πραγμάτων και αναγκαστικά είχε (και ακόμα έχει) ένα «κακό» το οποίο εύκολα παρατηρεί καθένας που έχει περάσει από κάποιο άλλο ΑΕΙ και ιδιαίτερα από κάποιο τμήμα Πολυτεχνικής Σχολής. Μέχρι πρόσφατα δεν είχε περιβαλλοντολόγους μέλη ΔΕΠ.  Ανθρώπους δηλαδή που όταν κάποια στιγμή ήταν ή εξακολουθούν παράλληλα να είναι επαγγελματίες και όχι ακαδημαϊκοί, βρέθηκαν στην ίδια θέση, με τα ίδια δικαιώματα και βιώνοντας τον ίδιο «παραλογισμό» με τους απόφοιτους του τμήματος τους.  Αντίθετα δηλαδή, με ότι μπορεί να συμβαίνει για παράδειγμα στο τμήμα Τοπογράφων Μηχανικών του ΑΠΘ, όπου τα μέλη ΔΕΠ μετέχουν (αρκετοί από αυτούς ενεργά) στον Σύλλογο Τοπογράφων Ελλάδας ή το ΤΕΕ. Ακαδημαϊκοί που θεωρούνται συνάδελφοι με τους απόφοιτους των τμημάτων τους, συμμετέχουν σε ομάδες εργασίας για επιστημονικά και κλαδικά θέματα, κατεβαίνουν μαζί τους σε κινητοποιήσεις, συνεργάζονται μαζί τους για την διεκδίκηση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων.

 

Η έλλειψη αυτή, είχε ως αποτέλεσμα την δυσκολία κατανόησης από πλευράς τμήματος των προβλημάτων των αποφοίτων, την αδυναμία του συντονισμού δράσης και πολλές φορές την έλλειψη ενδιαφέροντος.

 

 

Ε. Το Βαλς με τον Μπασσίρ.

Ευθύνες οι οποίες λίγο ως πολύ αναφέρθηκαν παραπάνω έχουμε και οι απόφοιτοι.  Τα πρώτα χρόνια «της ευδαιμονίας», ζώντας σε μια Ελλάδα (εύθραυστης και λανθασμένης όπως αποδεικνύει η οικονομική κρίση μας σήμερα) ανάπτυξης, παραμερίσαμε και υποβαθμίσαμε την αξία της συλλογικής δράσης και του συνεχούς αγώνα για διεκδίκηση.  Περπατούσαμε αμέριμνοι χωρίς να ξέρουμε ότι μας περιμένουν στην γωνία (άλλοι κλάδοι) ώστε να έχουμε δύναμη να τους αντιμετωπίσουμε. Έχοντας το βλέμμα χαμηλωμένο χωρίς να βλέπουμε ποιοι έρχονται και χωρίς να βοηθούμε τους νεότερους αδελφούς μας. Λιώσαμε τις σόλες μας χωρίς να διεκδικούμε ενωμένοι ( από το τμήμα –εγκαταλελειμμένη  μαμά, από την πολιτεία  - μπαμπά) να μας πάρει καινούργια παπούτσια.  Και τώρα που τα καταλάβαμε όλα αυτά και φοβηθήκαμε, παραμένουμε μόνοι μας ελπίζοντας ότι αυτός που θα πέσει πρώτος θα είναι ο διπλανός μας και όχι εμείς.

 

 

Εισαγωγή στην Περιβαλλοντική Επιστήμη

 

Εμείς οι περιβαλλοντολόγοι ξέρουμε πολλοί καλά ότι δεν υπάρχει αρχή και τέλος, αλλά εξέλιξη.  Ξέρουμε ότι η επιβίωση του άτομο είναι υποδεέστερη στην φύση από την επιβίωση του είδους.  Ξέρουμε τι σημαίνει συμβίωση και πως αυτή ευνοεί όλα τα μέλη. Ξέρουμε ότι και από τα σκατά μπορείς να βγάλεις χρήσιμα πράγματα.  Ξέρουμε ότι υπάρχουν εξωτερικές οικονομίες που προάγουν την κοινή ευημερία.  Αυτά είναι τα εφόδια μας και αυτά πρέπει να αξιοποιήσουμε.

 

Ως απόφοιτοι οφείλουμε να αναδείξουμε την συλλογική δράση για την επιβίωση του είδους των περιβαλλοντολόγων.  Να προσφέρουμε όλοι και να καθορίσουμε τρόπους δράσης με στρατηγική και αποτελεσματικότητα.  Αυτό προϋποθέτει το ενδιαφέρον όλων μας, την δικτύωση και την διάχυση της πληροφορίας, την συνεργασία μεταξύ μας, την ηθική επιστημονική και οικονομική υποστήριξη του συλλογικού μας οργάνου, άλλα και την βελτίωση του τρόπου που αυτό λειτουργεί.  Η δημιουργία μιας ένωσης πτυχιούχων περιβαλλοντολόγων με κύρος, ποιότητα και βαθύτητα στον τρόπο σκέψης, που θα διαθέτει γρήγορα και «έξυπνα» αντανακλαστικά, τακτική, ρεαλιστικότητα και δέσμευση σε κοινά αποδεκτούς στόχους είναι κάτι που όλοι μαζί οφείλουμε να φτιάξουμε.

 

Παράλληλα, απαιτείται όχι απλά να πιέσουμε, άλλα να βοηθήσουμε εμείς οι ίδιοι το τμήμα να γίνει ανταγωνιστικό και ξανά πρωτοπόρο.  Να προκαλέσουμε και να συμμετάσχουμε σε έναν διάλογο για τον καθορισμό μιας μακροχρόνιας στρατηγικής, να υποστηρίξουμε, να προτείνουμε και να πιέσουμε για την εφαρμογή, «καινοτόμων» ιδεών για το πώς μπορεί να είναι το Τμήμα Περιβάλλοντος του 21ου αιώνα, πέρα από τον τετριμμένο οργάνωσης και λειτουργίας της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Η δημιουργία για παράδειγμα ενός ισχυρού τμήματος – σχολής με συνένωση των άλλων τμημάτων της Σχολής στην Μυτιλήνη, πενταετούς φοίτησης, στα οποία τα δύο τελευταία έτη θα παρέχουν εξειδίκευση στους τομείς του Περιβάλλοντος, της Γεωγραφίας και της Ωκεανογραφίας θα μπορούσε να είναι μια πρόταση για την αναβάθμιση της αξίας του πτυχίου και των τριών σχολών. Η δημιουργία προγραμμάτων «δια βίου μάθησης – συνεχούς εκπαίδευση» για τους απόφοιτους θα ήταν άλλη μια ενέργεια που θα άξιζε πιθανώς να διερευνηθεί ως προς την εφικτότητα της.

Παράλληλα, ως περιβαλλοντολόγοι πρέπει να ισχυροποιήσουμε τους δεσμούς και τις διεκδικήσεις μας με τους άλλους συγγενείς επιστήμονες που πλέον υπάρχουν.  Να βρούμε κοινούς τρόπους δράσης και συμβίωσης με στόχο την από κοινού διεκδίκηση μια πίτας που έτσι και αλλιώς σήμερα τρώνε άλλοι. Η δημιουργία ενός Επιστημονικού Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος , αποτελεί μια ιδιαίτερα δύσκολη πρόκληση, άλλα και μια σημαντική ευκαιρία. Το σημαντικότερο όμως αποτελεί μια αναγκαιότητα προκειμένου το περιβάλλον και η βιώσιμη διάσταση της ανάπτυξης να ενταχθεί σε ορθή – επιστημονική βάση ως μια διάσταση της πολιτικής και της ανάπτυξης της χώρας που ζούμε και όχι σαν «τσόντα». Στην σημερινή Ελλάδα του Δ.Ν.Τ. είναι επιτέλους ανάγκη να δοθούν ευκαιρίες σε νέες αντιλήψεις που θα βασίζονται στην σύγχρονη γνώση και θα υιοθετούν νέες πρακτικές και οπτικές. Αντιλήψεις που θα μπορούν να υπερβληθούν ενός συντεχνιακού συστήματος που εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι έχει αποτύχει.

 

Η ακμή του κλάδου μας σίγουρα δεν έχει έρθει και σίγουρα δεν υπάρχει κανένας που να μας την έχει υποσχεθεί. Ωστόσο είναι απίθανο να συμβεί αν εμείς οι ίδιοι δεν συντονιστούμε και δεν παλέψουμε αποτελεσματικά και συγκροτημένα για αυτή.

 

Γεωργιάδης Γιώργος

Μέλος ΔΣ ΕΠΠΕ

Comments